Μετάφραση του "Eject" σε Ελληνικά

Οι Εκβάλλω, αποβάλλω, βγάζω, εκδιώκω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Eject" σε Ελληνικά.

Eject
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Εκβάλλω, αποβάλλω

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Eject " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

eject verb noun γραμματική

(transitive) To force (a person or persons) to leave. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • βγάζω

    verb

    to compel to leave

    Rafael, ejecting the Laserbeak's supplying transmitter.

    Ραφαέλ, βγάζω τον μεταδότη τροφοδοσίας του Λέιζερ-Μπικ.

  • εκδιώκω

    verb

    By this latter date their error would come to completion; they would clearly merit complete ejection from the land.

    Μέχρι τη δεύτερη χρονολογία το σφάλμα τους θα ολοκληρωνόταν και αναμφίβολα θα τους άξιζε να εκδιωχθούν πλήρως από εκείνη τη γη.

  • εκτοξεύω

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • διώχνω
    • εκτινάσσομαι
    • αποβάλλω
    • εκβάλλω
    • εκσφενδονίζω
    • αμολάω
    • αποπέμπω
    • εκπέμπτω

Φράσεις παρόμοιες με "Eject" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • έξωση · αποβολή · απομάκρυνση · αποπομπή · εκδίωξη
  • βγάζω
  • Στεμματική εκπομπή μάζας
  • πλήκτρο εξώθησης
  • έξωση · αποβολή · απομάκρυνση · αποπομπή · εκδίωξη
  • έξωση · αποβολή · απομάκρυνση · αποπομπή · εκδίωξη
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Eject" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη