Μετάφραση του "ejaculate" σε Ελληνικά
Οι εκσπερματώνω, εκσπερματίζω, χύσιμο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "ejaculate" σε Ελληνικά.
ejaculate
verb
noun
γραμματική
(intransitive) Of a male, to eject semen (or, of a female, vaginal fluid) during an orgasm. [..]
-
εκσπερματώνω
verbto eject semen or vaginal fluid
That I got a tiny pee-pee and I'm a premature ejaculator, huh?
Ότι έχω μικρό πουλί και εκσπερματώνω γρήγορα, ε;
-
εκσπερματίζω
verbto eject semen or vaginal fluid
-
χύσιμο
noun neuter
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- σπέρμα
- αναφωνώ
- εκτοξεύω
- σπερματικό υγρό
- υγρό εκσπερμάτωσης
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " ejaculate " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "ejaculate" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Πρόωρη εκσπερμάτιση · πρόωρη εκσπερμάτιση
-
Γυναικεία διάχυση · γυναικεία εκσπερμάτιση
-
αναφώνηση · εκσπερμάτιση · εκσπερμάτωση
-
εκσπερμάτωση
-
αναφώνηση · εκσπερμάτιση · εκσπερμάτωση
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη