Μετάφραση του "Entity" σε Ελληνικά

Οι Οντότητα, οντότητα, ύπαρξη είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Entity" σε Ελληνικά.

Entity
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Οντότητα

    An entity is not required to include additional interim period financial information in its annual financial statements.

    Η οντότητα δεν απαιτείται να συμπεριλάβει επιπρόσθετες οικονομικές πληροφορίες της ενδιάμεσης περιόδου στις ετήσιες οικονομικές καταστάσεις της.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Entity " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

entity noun γραμματική

That which has a distinct existence as an individual unit. Often used for organisations which have no physical form. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • οντότητα

    noun feminine

    The representation of all the instances of a particular record. When changes are made to a record type, those changes will affect all individual records of that type. [..]

    An entity is not required to include additional interim period financial information in its annual financial statements.

    Η οντότητα δεν απαιτείται να συμπεριλάβει επιπρόσθετες οικονομικές πληροφορίες της ενδιάμεσης περιόδου στις ετήσιες οικονομικές καταστάσεις της.

  • ύπαρξη

    noun feminine

    But we have to stop this evil entity, mate.

    Μα πρέπει να σταματήσουμε αυτή τη σατανική ύπαρξη.

  • ον

    noun neuter

    The virus producing an extraterrestrial entity that ripped away his chest as it birthed itself right here.

    Ο ιός δημιούργησε ένα εξωγήινο ον που ξέσκισε τα σωθικά του καθώς γεννιόταν.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • ουσία
    • φορέας
    • μόρφωμα
    • υπόσταση
    • αντικείμενο
    • παράγοντας

Φράσεις παρόμοιες με "Entity" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Entity" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη