Μετάφραση του "Entitlement" σε Ελληνικά

Οι Δικαιοδοσία, δικαίωμα, αξίωση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Entitlement" σε Ελληνικά.

Entitlement
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Δικαιοδοσία

    Accordingly, the referring court is entitled to make the references.

    Κατά συνέπεια, το αιτούν δικαστήριο έχει δικαιοδοσία να προβεί σε προδικαστική παραπομπή.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Entitlement " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

entitlement noun γραμματική

something that one is entitled to (or believes that one is entitled to) [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • δικαίωμα

    noun

    The existence of a transaction price shows that this entitlement is ascribed an economic value.

    Η ύπαρξη τιμής για τη συναλλαγή αποδεικνύει ότι στο εν λόγω δικαίωμα αποδίδεται οικονομική αξία.

  • αξίωση

    Noun
  • αναγνώριση

    noun
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • κεκτημένο δικαίωμα
    • προνομιακή μεταχείριση

Φράσεις παρόμοιες με "Entitlement" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Entitlement" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη