Μετάφραση του "Evidence" σε Ελληνικά
Οι Αποδεικτικά στοιχεία, ενδείξεις, απόδειξη, τεκμήριο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Evidence" σε Ελληνικά.
Evidence (short story)
-
Αποδεικτικά στοιχεία, ενδείξεις
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Evidence " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
Facts or observations presented in support of an assertion. [..]
-
απόδειξη
noun femininefacts presented in support of an assertion
Now, I don't see any evidence of a murder here.
Αλλά δεν βλέπω καμιά απόδειξη φόνου εδώ πέρα.
-
τεκμήριο
noun neuterfacts presented in support of an assertion
It has not been isolated in Europe so far, the only evidence of its existence being serological.
Στην Ευρώπη δεν έχει απομονωθεί μέχρι σήμερα ενώ το μοναδικό τεκμήριο της ύπαρξής της είναι ορολογικό.
-
αποδεικνύω
verbto provide evidence
It considers, moreover, that Ladbroke has adduced no evidence of such steps.
Επιπλέον, η Ladbroke δεν απέδειξε ότι έγιναν τα διαβήματα αυτά.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- κατάθεση
- πειστήριο
- στοιχείο
- αποδείξεις
- μαρτυρία
- βάση
- αποδεικτικό στοιχείο
- δεδομένα
- μαρτυρώ
- αποκαλύπτω
- βεβαιώνω
- φανερώνω
- έρεισμα
- Αποδεικτικά μέσα
- αποδεικτικά μέσα
- αποτελώ απόδειξη
- βεβαιώνω ενόρκως
- χρησιμεύω σαν απόδειξη
Φράσεις παρόμοιες με "Evidence" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
αδιάψευστο κριτήριο
-
ενδεικτικό, σημείο
-
αποχρών
-
ανεξακρίβωτα στοιχεία · ανεπίσημα στοιχεία · ανεπιβεβαίωτες πληροφορίες
-
αρχή · θεμέλιο · προϋπόθεση
-
νόμιμο τεκμήριο
-
δημοσιευμένα στοιχεία
-
Εμπειρική σχέση