Μετάφραση του "evident" σε Ελληνικά
Οι φανερός, ολοφάνερος, προφανής είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "evident" σε Ελληνικά.
evident
adjective
γραμματική
obviously true by simple observation [..]
-
φανερός
adjectiveIt is evident that the human community has reached a critical juncture in its history.
Είναι φανερό ότι η ανθρώπινη κοινωνία έχει φτάσει σε μια κρίσιμη καμπή της ιστορίας της.
-
ολοφάνερος
adjective -
προφανής
adjective masculine, feminineThis is not always evident in Parliament's resolutions, but it needs to be evident in practice.
Αυτό δεν είναι πάντα προφανές στα ψηφίσματα του Κοινοβουλίου, αλλά πρέπει να καταστεί προφανές στην πράξη.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- έκδηλος
- καταφανής
- οφταλμοφανής
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " evident " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "evident" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
αδιάψευστο κριτήριο
-
ενδεικτικό, σημείο
-
αποχρών
-
ανεξακρίβωτα στοιχεία · ανεπίσημα στοιχεία · ανεπιβεβαίωτες πληροφορίες
-
Αποδεικτικά μέσα · έρεισμα · αποδείξεις · αποδεικνύω · αποδεικτικά μέσα · αποδεικτικό στοιχείο · αποκαλύπτω · αποτελώ απόδειξη · απόδειξη · βάση · βεβαιώνω · βεβαιώνω ενόρκως · δεδομένα · κατάθεση · μαρτυρία · μαρτυρώ · πειστήριο · στοιχείο · τεκμήριο · φανερώνω · χρησιμεύω σαν απόδειξη
-
αρχή · θεμέλιο · προϋπόθεση
-
νόμιμο τεκμήριο
-
δημοσιευμένα στοιχεία
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη