Μετάφραση του "Excess" σε Ελληνικά

Οι Υπερβάλλων, περίσσεια, ακολασία, υπερβολικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Excess" σε Ελληνικά.

Excess
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Υπερβάλλων, περίσσεια

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Excess " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

excess adjective verb noun γραμματική

The state of surpassing or going beyond limits; the being of a measure beyond sufficiency, necessity, or duty; that which exceeds what is usual or proper; immoderateness; superfluity; superabundance; extravagance; as, an excess of provisions or of light. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ακολασία

    noun

    Excessive indulgence in sensual pleasures.

  • υπερβολικός

    adjective masculine

    Setting targets and developing instruments for sectors not covered by the Directive is excessive and inappropriate.

    Ο ορισμός στόχων και μέσων ανάπτυξης για τομείς που δεν καλύπτει η Οδηγία είναι υπερβολικός και άτοπος.

  • υπερβολή

    noun feminine

    Out goes glitter and in comes divine excess.

    Φεύγει η λάμψη και έρχεται η θεσπέσια υπερβολή.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • υπέρβαση
    • εισπράττω συμπληρωματικό ποσό
    • πλεονασμός
    • υπερβάλλων
    • υπερβολική ποσότητα
    • περίσσεμα
    • ακρότητα
    • μηδέν άγαν

Φράσεις παρόμοιες με "Excess" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • επιπρόσθετο βάρος
  • καθ' υπερβολήν · μέχρι υπερβολής · σε υπερβολικό βαθμό · υπερβολικά
  • που ξεπερνά κατά πολύ
  • υπερβάλλουσα εξασθένηση
  • υπερβολική άσκηση βίας
  • υπερβολικό κέρδος · υπερβολικός τόκος
  • με κατάχρηση διακοσμητικών στοιχείων · υπερβολικά περίτεχνος
  • μέχρις υπερβολής · υπερβολικά
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Excess" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη