Μετάφραση του "Exclusion" σε Ελληνικά

Οι Αποκλεισμός, αποκλεισμός, απομόνωση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Exclusion" σε Ελληνικά.

Exclusion
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Αποκλεισμός

    Exclusion of activities which are directly exposed to competition

    Αποκλεισμός δραστηριοτήτων που είναι άμεσα εκτεθειμένες στον ανταγωνισμό

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Exclusion " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

exclusion noun γραμματική

The act of debarring or shutting out; removal from consideration or taking part. [from 17th c.] [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αποκλεισμός

    noun

    Thirdly, poverty and social exclusion are also combated by offering affordable and accessible services.

    Τρίτον, η φτώχεια και ο κοινωνικός αποκλεισμός καταπολεμούνται επίσης με την προσφορά οικονομικών και προσιτών υπηρεσιών.

  • απομόνωση

    noun
  • εξαίρεση

    noun feminine

    This argument does not therefore justify the exclusion of these exporters from the proceeding.

    Συνεπώς, αυτός ο ισχυρισμός δεν επαρκεί για να δικαιολογηθεί η εξαίρεση αυτών των εξαγωγέων από την παρούσα διαδικασία.

Φράσεις παρόμοιες με "Exclusion" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Exclusion" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη