Μετάφραση του "Exclusive" σε Ελληνικά

Οι Αποκλειστικός, αποκλειστικός, αποκλειστικότητα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Exclusive" σε Ελληνικά.

Exclusive
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Αποκλειστικός

    Commodities certified for: give exclusive destination of the fish.

    Προϊόντα πιστοποιημένα για: Να σημειωθεί ο αποκλειστικός προορισμός των ψαριών.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Exclusive " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

exclusive adjective noun γραμματική

(literally) Excluding items or members that do not meet certain conditions. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αποκλειστικός

    adjective masculine

    Commodities certified for: give exclusive destination of the fish.

    Προϊόντα πιστοποιημένα για: Να σημειωθεί ο αποκλειστικός προορισμός των ψαριών.

  • αποκλειστικότητα

    Noun

    Get me exclusive rights to his death and you got a deal.

    Δώσε μου την αποκλειστικότητα του θανάτου του και έκλεισε.

  • απρόσιτος

    Adjective
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • εκλεκτικός
    • επιλεκτικός
    • ρεπορτάζ
    • αποκλειστική χρήση

Φράσεις παρόμοιες με "Exclusive" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Exclusive" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη