Μετάφραση του "exclusively" σε Ελληνικά
Οι αποκλειστικά, μόνο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "exclusively" σε Ελληνικά.
exclusively
adverb
γραμματική
(focus) to the exclusion of anything or anyone else; solely or entirely [..]
-
αποκλειστικά
adverbBoth ships sail exclusively on French inland waterways.
Τα δύο πλοία πλέουν αποκλειστικά στα εσωτερικά ύδατα της Γαλλίας.
-
μόνο
adverb neuterAnd Terrence was subsequently moved to a ward with exclusively male nurses?
Και τον μετέφεραν σε πτέρυγα όπου υπήρχαν μόνο νοσοκόμοι.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " exclusively " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "exclusively" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
κοινωνικός αποκλεισμός
-
αποκλεισμός · απομόνωση · εξαίρεση
-
αποκλειστική χρήση · αποκλειστικός · αποκλειστικότητα · απρόσιτος · εκλεκτικός · επιλεκτικός · ρεπορτάζ
-
αποκλειστικού ή
-
αποκλειστικότητα
-
αποκλειστικό στοιχείο
-
αποκλειστική διανομή
-
ζώνη αποκλεισμού
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη