Μετάφραση του "Execution" σε Ελληνικά

Οι Εκτέλεση, εκτέλεση, θανάτωση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Execution" σε Ελληνικά.

Execution
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Εκτέλεση

    Execution of the action based on an alert

    Εκτέλεση δράσης βάσει καταχώρησης

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Execution " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

execution noun γραμματική

The act of putting to death or being put to death as a penalty, or actions so associated. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • εκτέλεση

    noun feminine

    carrying out of an instruction by a computer [..]

    Focused, coherent and user-friendly information requirements prior and post execution of a payment transaction.

    Εξειδικευμένες, συνεπείς και φιλικές προς το χρήστη απαιτήσεις πληροφόρησης πριν και μετά την εκτέλεση της πληρωμής.

  • θανάτωση

    noun

    No kid wants to be responsible for a relative being executed.

    Κανένα παιδί δε θέλει να αισθάνεται υπεύθυνο για τη θανάτωση συγγενή.

  • δολοφονία

    noun feminine

    A high school girl... But he didn't do it, and they're about to execute him for it.

    Καταδίκασαν κάποιον σε θάνατο για την δολοφονία της γειτόνισσας του, μιας μαθήτριας λυκείου, αλλά δεν το έκανε αυτός και πρόκειται να τον εκτελέσουν.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • πράξη
    • φόνος
    • ανθρωποκτονία

Φράσεις παρόμοιες με "Execution" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • διά τυφεκισμού · εν ψυχρώ · με τουφεκισμό · στην ψύχρα
  • δημοτικός σύμβουλος
  • εκτελεστικός πόρος
  • ανώτατος διοικητής · αρχηγός κυβέρνησης · γενικός γραμματέας
  • αποδίδω · εκπληρώνω · εκτελώ · εκτελώ με τουφεκισμό · ερμηνεύω · θανατώνω · πραγματοποιώ · πραγματώνω · σκοτώνω · τουφεκίζω
  • εκτέλεση καθηκόντων · εκτελεστικές λειτουργίες
  • Εκτελέσιμου
  • παράλληλη εκτέλεση
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Execution" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη