Μετάφραση του "executing" σε Ελληνικά
Οι εκτέλεση, θανάτωση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "executing" σε Ελληνικά.
executing
verb
noun
Present participle of execute. [..]
-
εκτέλεση
noun feminineFocused, coherent and user-friendly information requirements prior and post execution of a payment transaction.
Εξειδικευμένες, συνεπείς και φιλικές προς το χρήστη απαιτήσεις πληροφόρησης πριν και μετά την εκτέλεση της πληρωμής.
-
θανάτωση
nounNo kid wants to be responsible for a relative being executed.
Κανένα παιδί δε θέλει να αισθάνεται υπεύθυνο για τη θανάτωση συγγενή.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " executing " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "executing" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
διά τυφεκισμού · εν ψυχρώ · με τουφεκισμό · στην ψύχρα
-
εκτελεστικός πόρος
-
ανώτατος διοικητής · αρχηγός κυβέρνησης · γενικός γραμματέας
-
αποδίδω · εκπληρώνω · εκτελώ · εκτελώ με τουφεκισμό · ερμηνεύω · θανατώνω · πραγματοποιώ · πραγματώνω · σκοτώνω · τουφεκίζω
-
εκτέλεση καθηκόντων · εκτελεστικές λειτουργίες
-
Εκτελέσιμου
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη