Μετάφραση του "Existing" σε Ελληνικά

Οι υπαρκτός, υφιστάμενος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Existing" σε Ελληνικά.

existing adjective verb γραμματική

Present participle of exist. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • υπαρκτός

    adjective

    Barry, after tonight, everyone's gonna know that the Flash exists.

    Μπάρι, μετά το αποψινό, θα μάθουν όλοι ότι ο Φλας είναι υπαρκτός.

  • υφιστάμενος

    It is therefore necessary to modify the existing designation of protected zones.

    Συνεπώς, είναι αναγκαίο να τροποποιηθεί ο υφιστάμενος καθορισμός των προστατευόμενων περιοχών.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Existing " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "Existing" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • συνυπάρχω
  • αποκτώ υπόσταση · αρχίζω να υπάρχω · γεννιέμαι · δημιουργούμαι · εν τη γενέσει · επέρχομαι · προκύπτω
  • ανυπαρξία
  • κανονισμός της ΕΚ σχετικά με τις υπάρχουσες χημικές ουσίες
  • υπάρχω · υφίσταμαι
  • ισχύουσα νομοθεσία
  • πραγματικός · υπάρχων · υπαρκτός
  • αγωνίζομαι να επιβιώσω οικονομικά · αγώνας τής επιβίωσης
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Existing" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη