Μετάφραση του "Exterior" σε Ελληνικά

Οι Εξωτερικός, εξωτερικός, εξωτερικό είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Exterior" σε Ελληνικά.

Exterior
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Εξωτερικός

    Exterior, that which is caused by forces we can't control and interior, which we can.

    Εξωτερικός που προκαλείται από δυνάμεις που δεν μπορούμε να ελέγξουμε και εσωτερικό τον οποίο μπορούμε να ελέγξουμε.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Exterior " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

exterior adjective noun γραμματική

relating to the outside parts or surface of something [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • εξωτερικός

    adjective masculine

    One side of this room is the exterior sidewall of the mobile home.

    Η μια πλευρά αυτού του δωματίου είναι ο εξωτερικός πλευρικός τοίχος του λυόμενου σπιτιού.

  • εξωτερικό

    noun neuter

    The outside part

    From the configuration of the ship's exterior, four sections of varying size.

    Από την εξωτερική διαμόρφωση του σκάφους, θα έλεγα 4 διαμερίσματα διαφόρων μεγεθών.

Εικόνες με "Exterior"

Φράσεις παρόμοιες με "Exterior" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Exterior" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη