Μετάφραση του "extenuate" σε Ελληνικά
Οι μετριάζω, δικαιολογώ, μειώνω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "extenuate" σε Ελληνικά.
extenuate
Verb
verb
γραμματική
(transitive) To make thin or slender; to draw out so as to lessen the thickness. [..]
-
μετριάζω
-
δικαιολογώ
-
μειώνω
Verb verb
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- υποβαθμίζω
- υποτιμώ
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " extenuate " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "extenuate" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
δικαιολογία
-
ελαφρυντική περίσταση
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη