Μετάφραση του "Extraction" σε Ελληνικά

Οι Εξαγωγή, εξόρυξη, εκχύλιση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Extraction" σε Ελληνικά.

Extraction
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Εξαγωγή

    I had a tooth extraction a week ago.

    Πριν από μια βδομάδα είχα εξαγωγή δοντιού.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Extraction " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

extraction noun γραμματική

An act of extracting or the condition of being extracted. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • εξόρυξη

    noun

    Any process by which a pure metal is obtained from its ore.(Source: UVAROV)

    After extraction from the copper mine, copper ore is enriched in processing facilities into copper concentrate.

    Μετά την εξόρυξή του από το μεταλλείο, το μετάλλευμα εμπλουτίζεται σε εγκαταστάσεις μεταποίησης και μετατρέπεται σε συμπύκνωμα χαλκού.

  • εκχύλιση

    Noun

    Any process by which a pure metal is obtained from its ore.(Source: UVAROV)

    Filter, return the sample to the flask, and repeat the extraction with an identical volume of water.

    Μετά διηθείται και το δείγμα τοποθετείται πάλι στη φιάλη και επαναλαμβάνεται η εκχύλιση με ίσο όγκο νερού.

  • εξαγωγή

    noun feminine

    Any process by which a pure metal is obtained from its ore.(Source: UVAROV)

    I had a tooth extraction a week ago.

    Πριν από μια βδομάδα είχα εξαγωγή δοντιού.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • καταγωγή
    • αφαίρεση
    • εκρίζωση
    • βγάλσιμο
    • απόσπαση
    • εξανθοσμία

Φράσεις παρόμοιες με "Extraction" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Extraction" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη