Μετάφραση του "extractive" σε Ελληνικά
Το εκχύλισμα είναι η μετάφραση του "extractive" σε Ελληνικά.
extractive
adjective
noun
γραμματική
That serves to extract something [..]
-
εκχύλισμα
neuterWatery or alcoholic extract of algae that principally contains carbohydrates.
Υδατώδες ή οινοπνευματώδες εκχύλισμα φυκών που περιέχει κυρίως υδατάνθρακες.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " extractive " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "extractive" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Εξαγωγή
-
απορροφητήρας
-
κανόνας εξαγωγής
-
εργαλείο εξαγωγής
-
απόσπαση · αφαίρεση · βγάλσιμο · εκρίζωση · εκχύλιση · εξαγωγή · εξανθοσμία · εξόρυξη · καταγωγή
-
Πρακτική γλώσσα εξαγωγής και αναφοράς
-
εξαγωγή (εξόρυξη) πετρελαίου
-
Εξαγωγή ψηφιακού ήχου
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη