Μετάφραση του "Fastening" σε Ελληνικά
Οι πρόσδεση, στερέωση, στερέωμα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Fastening" σε Ελληνικά.
Present participle of to fasten. [..]
-
πρόσδεση
feminineProper installation of a child seat includes securely fastening the seat belt
Η κατάλληλη τοποθέτηση του παιδικού καθίσματος περιλαμβάνει και τη σωστή πρόσδεση της ζώνης ασφαλείας
-
στερέωση
It shall be possible to fasten the device in no more than one action.
Πρέπει να είναι δυνατή η στερέωση της διάταξης σε όχι περισσότερο από μία κίνηση.
-
στερέωμα
noun neuterWhere a robe or a sash needed fastening, the Hebrews may have used a toggle pin.
Όπου ένα ρούχο ή περίζωμα χρειαζόταν στερέωμα, οι Εβραίοι ίσως χρησιμοποιούσαν περόνες.
-
συνδετήρας
noun masculinePower-actuated fastener for multiple use in concrete for non-structural applications
Συνδετήρας φυσιγγίου για πολλαπλές χρήσεις σε σκυρόδεμα για μη φέρουσες εφαρμογές
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Fastening " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "Fastening" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
δένω
-
κουμπώνω το παλτό μου
-
καρφώνω · κλειδώνω · μπήγω · στερεώνω
-
ασφαλίζω · δένομαι · δένω · προσδένω · στερεώνομαι · στερεώνω · σφίγγω
-
φερμουάρ
-
ασφάλεια παράθυρου
-
φερμουάρ
-
εξάρτημα Συγκράτησης