Μετάφραση του "Finite" σε Ελληνικά

Οι Πεπερασμένος, πεπερασμένος, πεπερασμένο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Finite" σε Ελληνικά.

Finite
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Πεπερασμένος

    We must also make people aware that the capacity of current alternative energy sources is finite.

    Πρέπει ακόμα να ευαισθητοποιήσουμε τους ανθρώπους όσον αφορά το ζήτημα της πεπερασμένης διαθεσιμότητας των υφιστάμενων εναλλακτικών πηγών ενέργειας.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Finite " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

finite adjective γραμματική

Limited, constrained by bounds, impermanent [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • πεπερασμένος

    adjective masculine

    having an end or limit

    We must also make people aware that the capacity of current alternative energy sources is finite.

    Πρέπει ακόμα να ευαισθητοποιήσουμε τους ανθρώπους όσον αφορά το ζήτημα της πεπερασμένης διαθεσιμότητας των υφιστάμενων εναλλακτικών πηγών ενέργειας.

  • πεπερασμένο

    neuter

    having an end or limit [..]

    The idea of the beginning suggested a dynamic, finite universe.

    Η ιδέα της αρχής υποθέτει ένα δυναμικό πεπερασμένο Σύμπαν.

  • περιορισμένος

    adjective

    When we are born we are allocated a finite number of seconds.

    Όταν γεννιόμαστε... μας δίδεται ένας περιορισμένος αριθμός στιγμών.

Φράσεις παρόμοιες με "Finite" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Finite" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη