Μετάφραση του "finity" σε Ελληνικά

Το πεπερασμένη είναι η μετάφραση του "finity" σε Ελληνικά.

finity noun γραμματική

The state or characteristic of being limited in number or scope. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • πεπερασμένη

    neuter feminine

    state or characteristic of being limited

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " finity " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "finity" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη