Μετάφραση του "Gasket" σε Ελληνικά

Οι Παρέμβυσμα, φλάντζα, τσιμούχα, A material (such as rubber) or a part used to make a mechanical joint fluid-tight ... συνδεσμος, φλαντζα, τσιμουχα ... a mechanical seal είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Gasket" σε Ελληνικά.

Gasket
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Παρέμβυσμα, φλάντζα

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Gasket " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

gasket noun γραμματική

Any mechanical seal that serves to fill the space between two objects, generally to prevent leakage between the two objects while under compression. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • τσιμούχα

    noun feminine

    mechanical seal

    You're going to blow a gasket one of these days.

    Θα κάψεις καμμιά τσιμούχα αυτές τις μέρες.

  • A material (such as rubber) or a part used to make a mechanical joint fluid-tight ... συνδεσμος, φλαντζα, τσιμουχα ... a mechanical seal

  • παρέμβυσμα

    noun neuter

    — high-integrity gaskets (such as spiral wound, ring joints) for critical applications

    — παρεμβυσμάτων υψηλής ακεραιότητας (όπως παρέμβυσμα σπειροειδούς περιέλιξης, δακτυλιοειδές παρέμβυσμα) για κρίσιμες εφαρμογές

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • σύνδεσμος
    • φλάντζα

Φράσεις παρόμοιες με "Gasket" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Gasket" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη