Μετάφραση του "gasify" σε Ελληνικά

Οι αεριοποιώ, αεριοποιούμαι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "gasify" σε Ελληνικά.

gasify verb γραμματική

To convert into gas, or an aeriform fluid, as by the application of heat, or by chemical processes. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αεριοποιώ

    verb

    to convert into gas

  • αεριοποιούμαι

    verb
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " gasify " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "gasify" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη