Μετάφραση του "Grease" σε Ελληνικά

Οι Λιπαντικό, γράσο, γρασάρω, λίπος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Grease" σε Ελληνικά.

Grease
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Λιπαντικό, γράσο

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Grease " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

grease verb noun γραμματική

Animal fat in a melted or soft state [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • γρασάρω

    verb

    put grease or fat on something

    Maybe I should grease up a pig in case they want to wrestle later.

    Ίσως πρέπει να γρασάρω ένα γουρούνι σε περίπτωση μετά θέλουν να παλέψουν.

  • λίπος

    noun neuter

    This godson of ours is starting life slippery enough without greasing him.

    Ο βαφτιστικός μας αρχίζει τη ζωή του αρκετά ολισθηρά και χωρίς το λίπος.

  • γράσο

    noun

    Granny wouldn't have been so badly hurt if they hadn't poured grease on the floor.

    Η γιαγιά δεν θα χτυπούσε, αν δεν είχε πέσει γράσο στο πάτωμα.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • λαδώνω
    • λιπαντικό

Φράσεις παρόμοιες με "Grease" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Grease" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη