Μετάφραση του "greasing" σε Ελληνικά
Το άλειμμα είναι η μετάφραση του "greasing" σε Ελληνικά.
greasing
noun
verb
γραμματική
Present participle of grease. [..]
-
άλειμμα
NounGreasing the head with oil was a sign of favor.
Το άλειμμα του κεφαλιού με λάδι ήταν σημάδι εύνοιας.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " greasing " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "greasing" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
λιποδιαχωριστής
-
γρασαδόρος
-
δωροδοκώ · λαδώνω
-
γράσο · γρασάρω · λίπος · λαδώνω · λιπαντικό
-
Λιπαντικό, γράσο
-
δύναμη · επώδυνη προσπάθεια · κόπος · μόχθος · προσπάθεια
-
γρασάρω
-
γράσο γραφίτη
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη