Μετάφραση του "Groove" σε Ελληνικά

Οι Ράβδωση, εγκοπή, αυλάκι, αυλάκωση, αυλάκι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Groove" σε Ελληνικά.

Groove
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Ράβδωση, εγκοπή, αυλάκι

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Groove " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

groove verb noun γραμματική

A long, narrow channel or depression; e.g., such a slot cut into a hard material to provide a location for an engineering component, a tyre groove, or a geological channel or depression. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αυλάκωση

    feminine

    long, narrow channel

    Tread groove means the space between two adjacent ribs or blocks in the tread pattern

    Ως αυλάκωση πέλματος νοείται το διάστημα μεταξύ παρακείμενων νευρώσεων ή συμπαγών τμημάτων στο ανάγλυφο του πέλματος·

  • αυλάκι

    noun

    ίχνος τροχών

    You're not gonna get out of here any quicker by wearing a groove in the floor.

    Δεν θα βγεις από εδώ γρηγορότερα κάνοντας αυλάκι στο πάτωμα.

  • εγκοπή

    noun

    The prostate should feel like a peach with a groove down the center.

    Ο προστάτης έπρεπε να'ναι σαν ροδάκινο με μια εγκοπή στη μέση.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • αύλακα
    • αυλακιά
    • ράβδωση
    • αυλακώνω
    • εντομή
    • ανατομικό βαθούλωμα

Εικόνες με "Groove"

Φράσεις παρόμοιες με "Groove" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Groove" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη