Μετάφραση του "grooves" σε Ελληνικά
Το Αυλάκια είναι η μετάφραση του "grooves" σε Ελληνικά.
grooves
verb
noun
Plural form of groove. [..]
-
Αυλάκια
grooves carved into rock
They have a solid cylindrical rotor with longitudinal grooves in which the induction windings are mounted.
Έχουν ένα σταθερό κυλινδρικό στροφείο με επιμήκη αυλάκια στα οποία εφαρμόζονται οι επαγωγικές περιελίξεις.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " grooves " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "grooves" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
αυλάκι παρεμβύσματος
-
"Κατακόρυφο" / αυλάκωσης-V MOS
-
Εργαλείο εγγράφων του Groove
-
Εργαλείο συσκέψεων του Groove
-
Groove Metal
-
ανατομικό βαθούλωμα · αυλάκι · αυλάκωση · αυλακιά · αυλακώνω · αύλακα · εγκοπή · εντομή · ράβδωση
-
Ράβδωση, εγκοπή, αυλάκι
-
αυλάκωσης-V MOS
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη