Μετάφραση του "Hearing" σε Ελληνικά
Οι Ακοή, ακρόαση, ακοή, ακρόαση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Hearing" σε Ελληνικά.
Hearing
-
Ακοή, ακρόαση
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Hearing " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
hearing
adjective
noun
verb
γραμματική
Able to hear. [..]
-
ακοή
noun femininesense used to perceive sound [..]
Tom has good hearing.
Ο Τομ έχει καλή ακοή.
-
ακρόαση
noun femininelegal procedure done before a judge [..]
The conciliator shall fix a time within which such hearing shall take place.
Ο μεσολαβητής καθορίζει προθεσμία εντός της οποίας λαμβάνει χώρα η ακρόαση αυτή.
-
εκδίκαση
nounJurisdiction to hear such an opposition should also be harmonised in the instrument.
Το δικαστήριο που είναι αρμόδιο για την εκδίκαση της ένστασης πρέπει επίσης να εναρμονίζεται προς το ζητούμενο μέσο.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- ακούω
- ανάκριση
- Ακοή
- ακροαματική διαδικασία
- διεξαγωγή δίκης
Φράσεις παρόμοιες με "Hearing" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
ακούω · ανακαλύπτω · εισακούω · εκδικάζω · ενημερώνομαι · μαθαίνω · μανθάνω · πληροφορούμαι
-
οξύτητα ακοής
-
ακροαματική διαδικασία
-
κατώφλι ακοής
-
ξαγορεύω
-
Στάθμη κατωφλίου ακοής
-
κατώφλιο ακοής
-
επίσημη ακρόαση
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη