Μετάφραση του "hearer" σε Ελληνικά
Το ακροατής είναι η μετάφραση του "hearer" σε Ελληνικά.
hearer
noun
γραμματική
(dated) One who hears; a devout listener. [..]
-
ακροατής
nounHe “has become, not a forgetful hearer, but a doer of the work; and he will be happy in what he does.”
Επειδή «δεν έχει γίνει ακροατής που ξεχνάει αλλά εκτελεστής του έργου, θα είναι ευτυχισμένος καθώς θα το εκτελεί».
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " hearer " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη