Μετάφραση του "Heathen" σε Ελληνικά

Οι ειδωλολάτρης, ειδωλολάτρης, ακαλλιέργητος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Heathen" σε Ελληνικά.

Heathen adjective noun γραμματική

Pertaining or adhering to the Germanic neo-pagan faith Heathenry. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ειδωλολάτρης

    noun masculine

    adherent of the Germanic neo-pagan faith of Heathenry

    That old heathen has sworn the death of every man here.

    Ο γέρο ειδωλολάτρης έχει ορκιστεί να μας αφανίσει.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Heathen " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

heathen adjective noun γραμματική

not adhering to an Abrahamic religion; pagan. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ειδωλολάτρης

    noun masculine

    person who does not follow an Abrahamic religion [..]

    That old heathen has sworn the death of every man here.

    Ο γέρο ειδωλολάτρης έχει ορκιστεί να μας αφανίσει.

  • ακαλλιέργητος

    noun adjective masculine

    uncultured or uncivilized person

  • εθνικός

    adjective
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • ειδωλολάτρισσα
    • άπιστος
    • αγροίκος
    • παγανιστής
    • αβάφτιστος
    • αλλόθρησκος
    • αγνωστικιστής
    • αστοιχείωτος
    • πολυθεϊστής

Φράσεις παρόμοιες με "Heathen" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Heathen" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη