Μετάφραση του "Highway" σε Ελληνικά

Οι Αρτηρία, εθνική οδός, αυτοκινητόδρομος, λεωφόρος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Highway" σε Ελληνικά.

Highway
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Αρτηρία, εθνική οδός

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Highway " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

highway noun γραμματική

A main, direct public road, especially a multi-lane, high speed thoroughfare connecting major population centers. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αυτοκινητόδρομος

    noun masculine

    main public road [..]

    Life is like a big highway.

    Η ζωή είναι σαν ένας μεγάλος αυτοκινητόδρομος.

  • λεωφόρος

    noun

    A public road especially an important road that joins cities or towns together.

    All civilian traffic is barred from streets and highways.

    Απαγορεύεται η κίνηση πολιτών σε δρόμους και λεωφόρους.

  • εθνική οδός

    noun

    If it wasn't Nighthorse, the highway's a few hundred yards to the east.

    Αν δεν ήταν ο Νάιτχορς, η εθνική οδός είναι κάτι εκατοντάδες μέτρα προς τα ανατολικά.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • οδός ταχείας κυκλοφορίας
    • οδός
    • δημόσιος δρόμος

Εικόνες με "Highway"

Φράσεις παρόμοιες με "Highway" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Highway" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη