Μετάφραση του "highwayman" σε Ελληνικά

Οι ληστής, ληστήσ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "highwayman" σε Ελληνικά.

highwayman noun γραμματική

(historical) A person who robbed travellers on public roads. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ληστής

    noun masculine

    a person who robbed travelers on roads

    Mr Grove, the prosecutor swore he was the highwayman.

    Ο κος Γκρόουβ, ο ενάγων, ορκίστηκε ότι είναι ο ληστής.

  • ληστήσ

    Mr Grove, the prosecutor swore he was the highwayman.

    Ο κος Γκρόουβ, ο ενάγων, ορκίστηκε ότι είναι ο ληστής.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " highwayman " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "highwayman" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη