Μετάφραση του "Imperative" σε Ελληνικά

Οι Επιτακτικός, ουσιώδης, επιτακτικός, προστακτικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Imperative" σε Ελληνικά.

Imperative
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Επιτακτικός, ουσιώδης

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Imperative " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

imperative adjective noun γραμματική

(uncountable, grammar) The grammatical mood expressing an order (see jussive). In English, the imperative form of a verb is the same as that of the bare infinitive. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • επιτακτικός

    adjective masculine

    essential

    It has already been held above that there is no such imperative nature in this case.

    Όπως όμως έχει ήδη κριθεί, δεν υφίσταται εν προκειμένω τέτοιος επιτακτικός χαρακτήρας.

  • προστακτικός

    Furthermore, the expression ‘tame it’ contains a verb in the imperative.

    Επιπλέον, η φράση «tame it» περιέχει ένα ρήμα στην προστακτική.

  • προστακτική

    noun feminine

    Furthermore, the expression ‘tame it’ contains a verb in the imperative.

    Επιπλέον, η φράση «tame it» περιέχει ένα ρήμα στην προστακτική.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • προστακτική έγκλιση
    • επιβεβλημένος
    • αυταρχικός

Φράσεις παρόμοιες με "Imperative" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Imperative" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη