Μετάφραση του "Import" σε Ελληνικά

Οι Εισάγω, εισαγωγή, εισάγω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Import" σε Ελληνικά.

Import

Import (international trade)

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Εισάγω

    We import a lot of things from Australia.

    Εισάγουμε πολλά πράγματα από την Αυστραλία.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Import " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

import verb noun γραμματική

(countable) Something brought in from an exterior source, especially for sale or trade. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • εισαγωγή

    noun feminine

    practice of importing [..]

    The import, purchase or transport of Iranian crude oil and petroleum products shall be prohibited.

    Απαγορεύεται η εισαγωγή, η αγορά ή η μεταφορά ιρανικού αργού πετρελαίου και πετρελαιοειδών.

  • εισάγω

    verb

    to bring in from a foreign country [..]

    We import a lot of things from Australia.

    Εισάγουμε πολλά πράγματα από την Αυστραλία.

  • σημασία

    noun feminine

    People attach more importance to popular culture today than in the past.

    Οι άνθρωποι σήμερα αποδίδουν περισσότερη σημασία στον λαϊκό πολιτισμό παρά στο παρελθόν.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • εισαγωγές
    • αφορώ
    • προιωνίζομαι
    • έννοια
    • εισαγωγή προιόντων
    • σπουδαιότητα

Φράσεις παρόμοιες με "Import" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Import" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη