Μετάφραση του "imponderable" σε Ελληνικά

Οι αστάθμητος, αβαρής, αστάθμητος παράγοντας είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "imponderable" σε Ελληνικά.

imponderable adjective noun γραμματική

Not ponderable; without sensible or appreciable weight; incapable of being weighed. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αστάθμητος

    Hop production will always involve a certain element of imponderability.

    Θα υπάρχει πάντα, ένας αστάθμητος παράγοντας στο επίπεδο τους.

  • αβαρής

    adjective
  • αστάθμητος παράγοντας

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " imponderable " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "imponderable" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "imponderable" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη