Μετάφραση του "Incidence" σε Ελληνικά

Οι Επίπτωση, πρόσπτωση, περίπτωση, σύμπτωση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Incidence" σε Ελληνικά.

Incidence
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Επίπτωση, πρόσπτωση

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Incidence " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

incidence noun γραμματική

(physics) The striking of radiation or a projectile upon a surface [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • περίπτωση

    noun feminine

    It would appear that the incident in question was an isolated one.

    Φαίνεται ότι το αναφερόμενο συμβάν απετέλεσε μεμονωμένη περίπτωση.

  • σύμπτωση

    noun feminine

    Well, if one is an incident and two is a coincidence, then three is most certainly a pattern.

    Αν το ένα είναι, περιστατικό και το δεύτερο είναι σύμπτωση, τότε το τρίτο είναι σίγουρα μοτίβο.

  • επίπτωση

    Noun

    There is no available empirical evidence on the real incidence.

    Δεν υπάρχουν αποδείξεις σχετικά με την πραγματική επίπτωση.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • περιστατικό
    • πρόσπτωση
    • ενδεχόμενο
    • συχνότητα εμφάνισης

Φράσεις παρόμοιες με "Incidence" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Incidence" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη