Μετάφραση του "inchoate" σε Ελληνικά
Οι ατελής, νεοφανής, υποτυπώδης είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "inchoate" σε Ελληνικά.
inchoate
adjective
verb
noun
γραμματική
(rare) A beginning, an immature start. [..]
-
ατελής
adjective m;f masculine;femininenot fully formed
-
νεοφανής
m;f masculine;femininenot fully formed
-
υποτυπώδης
adjective masculine, feminine
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " inchoate " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη