Μετάφραση του "Individual" σε Ελληνικά

Οι Ατομικός, μεμονωμένος, άτομο, μεμονωμένος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Individual" σε Ελληνικά.

Individual
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Ατομικός, μεμονωμένος

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Individual " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

individual adjective noun γραμματική

A person considered alone, rather than as belonging to a group of people. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • άτομο

    noun neuter

    A person considered alone, rather than as belonging to a group of people. [..]

    If we can arrange for you to look at the video tape, maybe you can identify the individual.

    Αν κανονίσουμε να δείτε τη βιντεοκασέτα, ίσως αναγνωρίσετε το άτομο.

  • μεμονωμένος

    particle

    Landings may be made individually or collectively, mention being made of the vessels concerned.

    Οι εκφορτώσεις δύνανται να πραγματοποιούνται μεμονωμένα συλλογικά, εφόσον αναφέρονται από τα ενδιαφερόμενα σκάφη.

  • προσωπικός

    adjective

    Heroism and character will always be the domain of the individual, not the group.

    Αλλά ο ηρωισμός είναι προσωπικός, όχι ομαδικός.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • άτομον
    • ατομικός
    • άνθρωπος
    • απλός
    • μοναδικός
    • ξεχωριστός
    • χαρακτηριστικός
    • μονός
    • ενικός
    • επί μέρους
    • φυσικό πρόσωπο
    • επιμέρους

Φράσεις παρόμοιες με "Individual" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Individual" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη