Μετάφραση του "individuate" σε Ελληνικά
Το ξεχωρίζω είναι η μετάφραση του "individuate" σε Ελληνικά.
individuate
adjective
verb
γραμματική
To make, or cause to appear, individual. [..]
-
ξεχωρίζω
verbEvery one of those individuals shares a unique attribute distinguishing them from the rest of the general population.
Καθένα απ'αυτά τα άτομα μοιράζεται μια μοναδική ιδιότητα, που τα ξεχωρίζει από τον υπόλοιπο πληθυσμό.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " individuate " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "individuate" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
χωριστή (διαχωρισμένη) επεξεργασία λυμάτων
-
Διεθνής / Ατομική ταυτότητα κινητού συνδρομητή
-
Συνεστραμμένων θωρακισμένων με φύλλο ζευγών, με εξωτερική θωράκιση φύλου
-
ατομική χρήση
-
ατομικό άθλημα
-
Εξατομίκευση · ατομικότητα
-
ειδική άδεια
-
εξατομικεύω · ξεχωρίζω
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη