Μετάφραση του "Inherent" σε Ελληνικά

Οι Ενυπάρχων, ενδογενής, σύμφυτος, αιθέριος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Inherent" σε Ελληνικά.

Inherent
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Ενυπάρχων, ενδογενής

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Inherent " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

inherent adjective γραμματική

naturally a part or consequence of something. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • σύμφυτος

    adjective

    66 In that regard, it must be stated that risk is inherent in the economic operation of the service.

    66 Συναφώς, επισημαίνεται ότι ο κίνδυνος είναι σύμφυτος με την οικονομική εκμετάλλευση της υπηρεσίας.

  • αιθέριος

    adjective
  • εγγενής

    adjective

    The residual risk inherent in all operations shall be borne by the EIB.

    Ο υπολειμματικός κίνδυνος που είναι εγγενής σε όλες τις πράξεις αναλαμβάνεται από την ΕΤΕπ.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • συμφυής
    • έμφυτος
    • ενυπάρχων

Φράσεις παρόμοιες με "Inherent" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • εγγενές δικαίωμα
  • ενδογενής παραμόρφωση
  • ανήκω · αφορώ · συνδέομαι · σχετίζομαι
  • ενδογενής θόρυβος
  • έμφυτα · εγγενώς · εκ φύσεως · εξ ορισμού
  • ένστικτο
  • έμφυτα · εγγενώς · εκ φύσεως · εξ ορισμού
  • έμφυτα · εγγενώς · εκ φύσεως · εξ ορισμού
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Inherent" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη