Μετάφραση του "Injection" σε Ελληνικά
Οι Έγχυση, ένεση, εμφύτευση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Injection" σε Ελληνικά.
-
Έγχυση
Powder for Solution for Injection or Infusion
Κόνις για Ενέσιμο Διάλυμα ή Διάλυμα προς Έγχυση
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Injection " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
The act of injecting, or something that is injected. [..]
-
ένεση
noun feminineact of injecting, or something injected [..]
My father injected me with the ghost gene.
Ο πατέρας μου μου έκανε ένεση με το γονίδιο φάντασμα.
-
εμφύτευση
noun feminineset theory: one-to-one mapping
It is injected by a nurse under a local anaesthetic.
Η εμφύτευση γίνεται από μια νοσοκόμα με τοπική αναισθησία.
-
Ένεση
infusion method of putting fluid into the body
My father injected me with the ghost gene.
Ο πατέρας μου μου έκανε ένεση με το γονίδιο φάντασμα.
-
έγχυση
It may be when the fertiliser is injected into the ground, but it may also be before that.
Μπορεί να επέρχεται κατά την έγχυση των λιπασμάτων εντός του εδάφους, αλλά επίσης προηγουμένως.
Εικόνες με "Injection"
Φράσεις παρόμοιες με "Injection" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
εγχέω · εμπνέω σε κάποιον κάτι · εμψεκάζω · κάνω ένεση · μεταδίδω
-
Θανατηφόρος ένεση
-
μέθοδος έγχυσης
-
Λογική ολοκληρωμένης έγχυσης
-
ενέσιμος
-
παρεμβολή προγράμματος οδήγησης
-
Ένα προς ένα
-
Έγχυση καυσίμου