Μετάφραση του "Inlet" σε Ελληνικά
Οι Είσοδος, εισαγωγή, είσοδος, ορμίσκος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Inlet" σε Ελληνικά.
Inlet
-
Είσοδος, εισαγωγή
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Inlet " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
inlet
verb
noun
γραμματική
A body of water let into a coast, such as a bay, cove, fjord or estuary. [..]
-
είσοδος
noun feminineOn fixed-volume enclosures the outlet and inlet flow streams must be closed.
Στην περίπτωση θαλάμων σταθερού όγκου, διακόπτεται η είσοδος και έξοδος των ρευμάτων αέρα.
-
ορμίσκος
Where did you say this inlet was?
Πού είπες είναι ο ορμίσκος;
-
κόλπος
noun masculine -
όρμος
nounThis here's a saltwater inlet.
Αυτός εδώ είναι όρμος θαλασσινού νερού.
Εικόνες με "Inlet"
Φράσεις παρόμοιες με "Inlet" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
θερμοκρασία εισόδου
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη