Μετάφραση του "inline" σε Ελληνικά

Το ενσωματωμένος είναι η μετάφραση του "inline" σε Ελληνικά.

inline verb noun adjective γραμματική

Alternative spelling of in-line. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ενσωματωμένος

    . Text within an inline image can be aligned to the top, bottom, or middle of a specific image.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " inline " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "inline" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "inline" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη