Μετάφραση του "Inner" σε Ελληνικά

Οι Εσωτερικός, εσώτερος, εσωτερικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Inner" σε Ελληνικά.

Inner
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Εσωτερικός

    'Inner-loop' refers to functions of "active flight control systems" that automate airframe stability controls.

    Ο «εσωτερικός βρόχος» αναφέρεται σε λειτουργίες των «ενεργών συστημάτων ελέγχου πτήσης» τα οποία αυτοματοποιούν τους ελέγχους σταθερότητας ατράκτου.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Inner " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

inner adjective noun γραμματική

Being or occurring (farther) inside, situated farther in, located (situated) or happening on the inside of something, situated within or farther within contained within something (inner door, inner room, inner sanctum, inner surface). [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • εσώτερος

    adjective masculine
  • εσωτερικός

    adjective masculine

    The inner polyethylene liner bag must not develop a leak after the package has been sealed.

    Μετά το κλείσιμο της συσκευασίας, ο εσωτερικός θύλακας από πολυαιθυλένιο δεν πρέπει να παρουσιάζει καμία διαρροή.

  • ενδόμυχος

    7 Obviously, our inner personality is unseen—much as the core, or heart, of a tree cannot be seen.

    7 Προφανώς, ο ενδόμυχος εαυτός μας δεν είναι ορατός—όπως δεν είναι ορατό και το εσωτερικό, ή αλλιώς η καρδιά, ενός δέντρου.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • μύχιος
    • ο, η, το έσω

Φράσεις παρόμοιες με "Inner" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Inner" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη