Μετάφραση του "innately" σε Ελληνικά

Το εγγενώς είναι η μετάφραση του "innately" σε Ελληνικά.

innately adverb γραμματική

In an innate manner, referring to a property that is possessed merely by its nature. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • εγγενώς

    adverb

    innately, inherently

    There's no reason to believe that African women have innately different desires.

    Δεν υπάρχει λόγος να πιστέψουμε ότι οι Αφρικανές έχουν εγγενώς διαφορετικές επιθυμίες.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " innately " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "innately" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • έμφυτος · αβίαστος · αιθέριος · εγγενής · εμφυτος, εγγενης · συγγενής
  • αντανακλαστικό · ρεφλέξ
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "innately" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη