Μετάφραση του "Insert" σε Ελληνικά

Οι Εισάγω, παρεμβάλλω, ένθετο, εισάγω, εισαγωγή είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Insert" σε Ελληνικά.

Insert noun γραμματική

A key that when pressed switches between the overtype mode and the insert mode of a computer. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Εισάγω, παρεμβάλλω, ένθετο

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Insert " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

insert verb noun γραμματική

(transitive) To put in between or into. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • εισάγω

    verb

    Stand this cylinder upright on a level surface and insert the shaped explosive.

    Η διαμορφωμένη εκρηκτική ύλη εισάγεται στον κύλινδρο ενώ αυτός κρατείται όρθιος πάνω σε μια επίπεδη επιφάνεια.

  • εισαγωγή

    noun

    A mode in which any data to the right of the cursor is moved to the right as you type.

    The frequent insertion of this tube often causes wounds to the beak and the oesophagus.

    Η συχνή εισαγωγή αυτού του σωλήνα προκαλεί συχνά τραυματισμούς στο ράμφος και τον οισοφάγο.

  • προσθήκη

    noun

    The Council has weighed the advantages and disadvantages of inserting a separate definition of users for construction products.

    Το Συμβούλιο στάθμισε τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα της προσθήκης χωριστού ορισμού χρηστών για προϊόντα δομικών κατασκευών.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • βάζω
    • θέτω
    • πάτος
    • αγγέλω
    • φορώ
    • παρεμβάλλω
    • εμφυτεύω
    • ενθέτω
    • μπήγω

Εικόνες με "Insert"

Φράσεις παρόμοιες με "Insert" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Insert" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη