Μετάφραση του "inseparable" σε Ελληνικά
Οι αδιαχώριστος, αχώριστος, άρρηκτα συνδεδεμένος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "inseparable" σε Ελληνικά.
inseparable
adjective
noun
γραμματική
Not able to be separated. Bound together permanently. [..]
-
αδιαχώριστος
adjective masculineunable to be separated [..]
-
αχώριστος
adjectiveunable to be separated
-
άρρηκτα συνδεδεμένος
They add that the permanent service is inseparable from the additional service.
Προσθέτουν ότι η παροχή μόνιμης υπηρεσίας είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την παροχή της συμπληρωματικής υπηρεσίας.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " inseparable " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "inseparable" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
αξεδιάλυτα
-
αναπόσπαστο στοιχείο
-
στενά συνυφασμένος με
-
αξεδιάλυτα
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη