Μετάφραση του "Interaction" σε Ελληνικά

Οι Αλληλεπίδραση, διάδραση, αλληλεπίδραση, διάδραση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Interaction" σε Ελληνικά.

Interaction
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Αλληλεπίδραση, διάδραση

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Interaction " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

interaction noun γραμματική

the act of some things interacting, or acting upon one another. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αλληλεπίδραση

    noun feminine

    conversation or exchange between people [..]

    The main emphasis in the coaching is on interaction and exercises in groups.

    Η έμφαση στην καθοδήγηση δίνεται κυρίως στην αλληλεπίδραση και σε ασκήσεις σε ομάδες.

  • διάδραση

    noun feminine

    situation or occurrence in which two or more objects or events act upon one another

    Such environment should always guarantee secure interaction and access for citizens and businesses.

    Οι συνθήκες αυτές πρέπει να εγγυώνται στους πολίτες και τις επιχειρήσεις ασφαλή διάδραση και πρόσβαση.

  • επικοινωνία

    noun feminine

    Wells recommends programs to teach parents how to interact with their children.

    Ο Γουέλς συστήνει προγράμματα εκπαίδευσης των γονέων όσον αφορά την επικοινωνία με τα παιδιά τους.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • επαφή
    • συναλλαγή
    • αλληλόδραση
    • διαντίδραση

Φράσεις παρόμοιες με "Interaction" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Interaction" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη