Μετάφραση του "interact" σε Ελληνικά
Οι αλληλεπιδρώ, συνεργάζομαι, επιδρώ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "interact" σε Ελληνικά.
interact
verb
noun
γραμματική
A short act or piece between others, as in a play; an interlude; hence, intermediate employment or time. [..]
-
αλληλεπιδρώ
verbI would need to be there to interact with them.
Θα έπρεπε να είμαι εκεί να αλληλεπιδρώ μαζί τους.
-
συνεργάζομαι
verbI just wanted to see how they would interact and function in tandem.
Ήθελα να δω πώς συνεργάζονται ανά ζεύγη.
-
επιδρώ
verb
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- διάλειμμα
- επεισόδιο
- ιντερμέτζο
- επικοινώ
- έχω επαφές με
- διαντιδρώ
- συναλλάσσομαι
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " interact " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "interact" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Διαδραστικός οδηγός προγράμματος
-
Αλληλεπίδραση υπολογιστή-ανθρώπου
-
ισχυρή πυρηνική αλληλεπίδραση
-
διαδραστική υπηρεσία
-
Διαδραστικό σύστημα γραφικών και ανάκτησης
-
προσωπική επικοινωνία
-
Αλληλεπίδραση βήμα προς βήμα
-
Ηλεκτρασθενής αλληλεπίδραση
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη