Μετάφραση του "Intermittent" σε Ελληνικά

Οι Διαλείπων, διακοπτόμενος, διακεκομμένος, σποραδικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Intermittent" σε Ελληνικά.

Intermittent
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Διαλείπων, διακοπτόμενος

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Intermittent " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

intermittent adjective noun γραμματική

Stopping and starting at intervals; coming after a particular time span; not steady or constant [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • διακεκομμένος

    masculine

    stopping and starting at intervals

    Loud intermittent noise should be kept to a minimum.

    Οι δυνατοί, διακεκομμένοι θόρυβοι θα πρέπει να περιορίζονται στο ελάχιστο.

  • σποραδικός

    masculine

    stopping and starting at intervals

    However, we may experience intermittent system failures and power surges as a result.

    Αλλά μπορεί να αντιμετωπίσουμε σποραδικά προβλήματα στα συστήματα και υπερφορτίσεις.

  • διαλείπων

    masculine

    stopping and starting at intervals

    We think that she's suffering from what we call intermittent explosive disorder.

    Πιστεύουμε ότι πάσχει από αυτό που λέμε διαλείπουσα εκρηκτική διαταραχή.

Φράσεις παρόμοιες με "Intermittent" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Intermittent" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη