Μετάφραση του "intermit" σε Ελληνικά

Το διακόπτω είναι η μετάφραση του "intermit" σε Ελληνικά.

intermit verb γραμματική

(transitive, now rare) To interrupt, to stop or cease temporarily or periodically; to suspend. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • διακόπτω

    verb
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " intermit " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "intermit" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη